Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Θύμωσα!

Οδηγώ από τα 25 μου χρόνια. Το διπλωμα οδήγησης το πήρα, όταν μπορούσα πια να αγοράσω κι εγώ ένα αυτοκίνητο με δικά μου λεφτά (με δόσεις εννοείται). Έμαθα να οδηγώ στην Αθήνα μέσα σε δακτύλιους, σε πορείες, διαδηλώσεις, ατέλειωτες ουρές αυτοκινήτων, μποτιλιάρισμα, ανηφόρες, κατηφόρες, στενάκια, στα οποία πρέπει να γυρίσεις το αυτοκίνητο με τις δύο ρόδες στον αέρα όπως οι Ντιουκς για να περάσεις και άλλα πολλά... Έμαθα πάντα να προσέχω πίσω μου και πλάι μου τα μηχανάκια, που πετάγονται ανά πάσα ώρα και στιγμή από το πουθενά. Έμαθα να οδηγώ στην εθνική οδό, να κάνω μόνη μου μεγάλες διαδρομές, να σέβομαι τους φορτηγατζήδες (επαγγελματίες που θέλουν απλά να κάνουν τη δουλειά τους κι έχουν φάει τους δρόμους με το κουτάλι)! Έμαθα να τρέχω όταν είμαι μόνη μου και όταν έχω συνεπιβάτες για τη ζωή των οποίων είμαι υπεύθυνη εγώ, να μην τρέχω και να προσέχω διπλά. Έμαθα, από τότε που έγινα μάνα, να μην τρέχω, ακόμα κι όταν είμαι μόνη μου. Έμαθα να προσέχω τους Νικολάκηδες και να τους δίνω προτεραιότητα ή έστω να τους προσπερνώ με προσοχή. Έμαθα να μη βρίζω, αλλά να αποκαλώ τους άλλους φίλους-οδηγούς και να δίνω τόπο στην οργή, όσο και όπως μπορούσα περισσότερο.

Αυτό όμως που δεν έμαθα στα 11 χρόνια που οδηγώ, είναι να ανέχομαι τις καγκουριές και να δέχομαι να με βρίζουν, όταν ξέρω μάλιστα ότι έχω εγώ το δίκιο με το μέρος μου. Δεν μπορώ να ανεχτώ τους εξυπνάκηδες, που όταν βλέπουν γυναίκα στο τιμόνι, αφηνιάζουν και θεωρούν πως για το μόνο πράγμα, για το οποίο είμαι ικανή, είναι να πλένω πιάτα (μάντεψε: τα πλένει το πλυντήριο στο σπίτι μου!). Δεν μπορώ να ανεχτώ να με βρίζουν και να θεωρούν ότι αυτοί είναι καλύτεροι και εξυπνότεροι από εμένα, απλά και μόνο γιατί γεννήθηκαν με το προνόμιο (sic) να είναι άντρες και άρα αυτόματα 10 τουλάχιστον κλάσεις καλύτεροι οδηγοί. 


Σήμερα ήταν μια δύσκολη μέρα. Φορτισμένη και έντονη. Αφού πήρα τα μικρά μου από τον παιδικό σταθμό, επιστρέφαμε σπίτι για την καθιερωμένη μας ρουτίνα: πλύσιμο χεριών, φαγητό, αλλαγή πάνας (για τη μικρή), πυτζάμες και μεσημεριανό ύπνο. Πρόκειται για μια διαδρομή 1,5 χιλιομέτρου ή αλλιώς 3-4 λεπτών. Σε όλο το δρόμο η μικρή μου έκλαιγε, γιατί μπαίνοντας στο αμάξι, έσκισε κατά λάθος ένα ενημερώτικό χαρτί, που μας έδωσε η κυρία της. Αλλά, επειδή στα δύο σου είναι δύσκολο να καταλάβεις ότι το χαρτί δεν ξανακολλά και ότι δεν πειράζει, σε όλο το δρόμο έκλαιγε γοερά. Ταυτόχρονα, ο μεγάλος δεν μπορούσε να δέσει τη ζώνη του (κάτι που κάνει μόνος του εδώ και καιρό) και διαμαρτυρήθηκε κάπου στη μέση της διαδρομής, ενώ ξέρει ότι δεν ξεκινάμε ποτέ χωρίς ζώνη και αναγκάζοντάς με να σταματήσω για να του τη δέσω. 

Το κερασάκι στην τούρτα ήταν ένας οδηγός φορτηγού, ο οποίος ήρθε και κόλλησε σε απόσταση αναπνοής πίσω μου, όταν σταμάτησα - αφού προηγουμένως είχα ανάψει εγκαίρως φλας - για να στρίψω στο στενό του σπιτιού μας και εκείνος θεώρησε ότι έπρεπε να μου κορνάρει! Σε μια άλλη μέρα, σε μια άλλη στιγμή, δε θα έδινα καθόλου σημασία, θα έστριβα κανονικά, όπως και έπρεπε να είχα κάνει, εφόσον εγώ ήμουν μπροστά του κι εκείνος πίσω μου. Όμως, υπάρχουν και οι κακές στιγμές. Θύμωσα, άστραψα και βρόντηξα. Εγώ που δεν βρίζω τον αποκάλεσα δις μαλάκα, φώναζα και ωρυόμουν στη μέση του δρόμου και όλη η γειτονιά βγήκε να χαζέψει το θέαμα. 

Θύμωσα, θύμωσα πολύ. Όχι όμως με τον οδηγό, αλλά με εμένα, που άφησα τον εαυτό μου να παρασυρθεί, που έχασα την ψυχραιμία μου, που έβρισα έναν άλλο άνθρωπο μπροστά στα παιδιά μου, δίνοντας τους μια ευκαιρία να μιμηθούν αυτή την κακή πλευρά του εαυτού μου, που ξέσπασα σε κλάματα, στενοχωρώντας και τα μικρά μου (που έμπηξαν αυτόματα κι εκείνα τα κλάματα από συμπαράσταση και από σύγχυση, γιατί η μαμά κλαίει). 

Θύμωσα κι ακόμη δεν μπορώ να με συγχωρήσω.